Online Λεξικό Κλωστοϋφαντουργίας

Index

| A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | O | P | R | S | T | W | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |
 

Ύφασμα (1)

Γενικός όρος για ακατέργαστο υφαντουργικό υλικό, υφαντουργικό προϊόν (ημιφινιρισμένο ή όχι), υλικό το οποίο μπορεί να δημιουργήσει νήμα, κλπ. Περιλαμβάνει το νήμα, την κλωστή, το υφαντό ύφασμα, το πλεκτό, τη δαντέλα, την τρέσα, την κορδέλα, το μη υφαντό ύφασμα και το πίλημα.



Συντονιστής Εταίρος

Veba Vývoj
Evropská unie Education and Culture Το πρόγραμμα αυτό χρηματοδοτήθηκε με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η παρούσα δημοσίευση (ανακοίνωση) δεσμεύει μόνο τον συντάκη της και η Επιτροπή δεν ευθύνεται για τυχόν χρήση των πληροφοριών που περιέχονται σε αυτήν.
This project has been funded with support from the European Commission.
Χάρτης Ιστότοπου  |  Σχετικά με το web  |  Print page  |  © 2006 – 2008 Textilní zkušební ústav, s.p., powered by MediaWiki
created by Omega Design