Online Λεξικό Κλωστοϋφαντουργίας

Index

| A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | O | P | R | S | T | W | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |
 

Κρεπ (1)

Γενικός όρος για υφάσματα με χαρακτηριστική απροσδιόριστη κοκκώδη ή μος επιφάνεια, ελαστικά στην αφή. Οι ιδιότητες αυτές επιτυγχάνονται με ειδικές κρεπ υφάνσεις και με πολλές και διαφορετικές στρίψεις νημάτων, καθώς και με ένα ειδικό κρεπ φινίρισμα. Το όνομα προέρχεται από το λατινικό «crispus» (= κατσαρός).



Ανακτήθηκε από το "http://gr.texsite.info/%CE%9A%CF%81%CE%B5%CF%80_%281%29".

Συντονιστής Εταίρος

Veba Vývoj
Evropská unie Education and Culture Το πρόγραμμα αυτό χρηματοδοτήθηκε με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η παρούσα δημοσίευση (ανακοίνωση) δεσμεύει μόνο τον συντάκη της και η Επιτροπή δεν ευθύνεται για τυχόν χρήση των πληροφοριών που περιέχονται σε αυτήν.
This project has been funded with support from the European Commission.
Χάρτης Ιστότοπου  |  Σχετικά με το web  |  Print page  |  © 2006 – 2008 Textilní zkušební ústav, s.p., powered by MediaWiki
created by Omega Design