Online Λεξικό Κλωστοϋφαντουργίας

Index

| A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | O | P | R | S | T | W | Α | Β | Γ | Δ | Ε | Ζ | Η | Θ | Ι | Κ | Λ | Μ | Ν | Ξ | Ο | Π | Ρ | Σ | Τ | Υ | Φ | Χ | Ψ | Ω |
 

Σάλι

Ορθογώνιο κομμάτι υφάσματος που χρησιμεύει ως αξεσουάρ ένδυσης. Φοριέται γύρω από το λαιμό για προστασία από το κρύο ή για στόλισμα. Παράγεται από μάλλινα, βαμβακερά και μεταξωτά υφάσματα. Ράβεται σε σχήμα κοίλης λωρίδας και έχει κρόσσια στις άκρες του. Το σάλι μπορεί να είναι μονόχρωμο ή τυπωμένο, σε πλεκτή ύφανση ή ύφανση με χαρούμενα χρώματα. Προέρχεται από την Ινδία. Στο Κασμίρ το σάλι παραγόταν από λεπτά μαλλιά. Το αυθεντικό κασμιρένιο σάλι έφτασε στην Ευρώπη την εποχή του Διευθυντηρίου.



Ανακτήθηκε από το "http://gr.texsite.info/%CE%A3%CE%AC%CE%BB%CE%B9".

Συντονιστής Εταίρος

Veba Vývoj
Evropská unie Education and Culture Το πρόγραμμα αυτό χρηματοδοτήθηκε με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η παρούσα δημοσίευση (ανακοίνωση) δεσμεύει μόνο τον συντάκη της και η Επιτροπή δεν ευθύνεται για τυχόν χρήση των πληροφοριών που περιέχονται σε αυτήν.
This project has been funded with support from the European Commission.
Χάρτης Ιστότοπου  |  Σχετικά με το web  |  Print page  |  © 2006 – 2008 Textilní zkušební ústav, s.p., powered by MediaWiki
created by Omega Design